Κληρίδης: Έπρεπε να εκδοθούν εντάλματα σύλληψης για δικαστή και «Σάντη» μετά την άδεια για Certiorari
Ικανοποίηση αλλά και αιχμές από τον Νίκο Κληρίδη μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να δώσει άδεια για καταχώριση αίτησης Certiorari σχετικά με το ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί εις βάρος του. Σε δημόσιες δηλώσεις του, ο Κληρίδης υποστήριξε ότι από την αρχή της υπόθεσης έπρεπε να είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης για τον εμπλεκόμενο δικαστή και τη λεγόμενη «Σάντη», καθώς και να διοριστούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές.
Ο Κληρίδης χαρακτήρισε την απόφαση της δικαστού Ελένας Εφραίμ «ουσιαστική δικαίωση», σημειώνοντας ότι το δικαστήριο εντόπισε σοβαρά ζητήματα νομιμότητας γύρω από το επίμαχο ένταλμα.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το δικαστήριο έκρινε εκ πρώτης όψεως ότι δεν υπήρχε εύλογη αιτία που να συνδέει τα αναζητούμενα τεκμήρια με τον ίδιο ή με την οικία, το γραφείο και το όχημά του, ενώ χαρακτήρισε υπερβολικά γενική και αόριστη την περιγραφή των τεκμηρίων που αναζητούσε η Αστυνομία, μιλώντας για προσπάθεια «αλίευσης μαρτυρίας».
Παράλληλα, επέκρινε τους ανακριτικούς χειρισμούς, λέγοντας ότι από την πρώτη στιγμή θα έπρεπε να είχαν κατασχεθεί τα αρχικά κινητά τηλέφωνα του δικαστή και της «Σάντη», στα οποία, όπως είπε, βρίσκονταν τα επίμαχα SMS.
«Αυτό δεν έγινε και το γιατί δεν έγινε ας το απαντήσει η Αστυνομία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του τρεις εβδομάδες αργότερα ήταν «εντελώς παράνομη», ενώ χαρακτήρισε τον τρόπο δράσης των Αρχών ως «τρομοκρατική ενέργεια». Ο Κληρίδης τόνισε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία που να τον συνδέει με την κατασκευή ή αλλοίωση των επίμαχων μηνυμάτων.
Όπως είπε, η ίδια η δικαστική απόφαση καταγράφει ότι δεν φαίνεται να γνώριζε ή να είχε ενημερωθεί για τον ισχυρισμό περί αλλοίωσης ή κατασκευής SMS από τη «Σάντη». Ανέφερε ακόμη ότι η τελευταία έδωσε τέσσερις διαφορετικές καταθέσεις, με την τελευταία, σύμφωνα με τον ίδιο, να αναιρεί τις προηγούμενες, αφού φέρεται να παραδέχθηκε ότι κατασκεύασε μέρος του υλικού.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ουδέποτε συμφώνησε με τη δημοσιοποίηση των μηνυμάτων και ότι διαφωνεί με τη στοχοποίηση προσώπων χωρίς πλήρη τεκμηρίωση. Ακόμη και αν υπήρχε ισχυρή μαρτυρία, πρόσθεσε, η ορθή διαδικασία θα ήταν καταγγελία στις αρμόδιες Αρχές και όχι δημοσιοποίηση.
Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των μηνυμάτων, ο Κληρίδης ανέφερε ότι ορισμένα στοιχεία ενδεχομένως να προστέθηκαν μεταγενέστερα «για γαρνιτούρα», όπως φωτογραφίες που, κατά τον ίδιο, ελήφθησαν από το διαδίκτυο. Επέμεινε, ωστόσο, ότι κάποια από τα μηνύματα είναι αυθεντικά, επικαλούμενος προσωπική γνώση και διασταυρωμένες πληροφορίες.
Είπε ακόμη ότι μηνύματα του εστάλησαν απευθείας από ψεύτικο προφίλ και υποστήριξε πως ο αδελφός του είχε απαντήσει σε αυτόν τον λογαριασμό. «Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ να αμφισβητήσω ότι αληθεύουν», κατέληξε. Το επόμενο διαδικαστικό βήμα, όπως σημείωσε, είναι η επίδοση της αίτησης στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος θα αποφασίσει κατά πόσο θα φέρει ένσταση.
