«Πολλαπλό βιβλίο» στα σχολεία: 230 νέα εγχειρίδια, επιλογές για τους εκπαιδευτικούς και φόβοι για ανισότητες

Η έκδοση ΦΕΚ που εντάσσει 230 νέα διδακτικά βιβλία στο Μητρώο Διδακτικών Βιβλίων και την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη σηματοδοτεί ένα ακόμη βήμα προς την εφαρμογή του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου». Η μεταρρύθμιση παρουσιάζεται ως τομή για το ελληνικό σχολείο, με στόχο τον εκσυγχρονισμό της διδασκαλίας και την προσαρμογή στα νέα Προγράμματα Σπουδών, όμως ήδη προκαλεί συζήτηση για τις πραγματικές της επιπτώσεις στην εκπαιδευτική καθημερινότητα.
Σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση της 8ης Απριλίου, η ρύθμιση καλύπτει όλες τις βαθμίδες από το Νηπιαγωγείο έως και την Α΄ Λυκείου. Τα νέα βιβλία αναμένεται να φτάσουν στα σχολεία το σχολικό έτος 2027-2028, ενώ η ψηφιακή ανάρτησή τους προχωρά με ταχύτητα. Αναμένεται επίσης νέα υπουργική απόφαση που θα καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί θα επιλέγουν τα εγχειρίδια.
Για πρώτη φορά, οι εκπαιδευτικοί θα μπορούν να επιλέγουν ανάμεσα σε περισσότερα από ένα εγκεκριμένα βιβλία για κάθε μάθημα. Ωστόσο, για τον μαθητή το βιβλίο θα παραμείνει ένα: αυτό που θα επιλέξει το σχολείο ή το τμήμα του. Η πολλαπλότητα, έτσι, δεν αφορά την καθημερινή εμπειρία του μαθητή, αλλά μεταφέρεται στο επίπεδο της επιλογής.
Αυτό μετακινεί τη διαφοροποίηση από το περιεχόμενο της διδασκαλίας στη δομή του σχολικού συστήματος. Όταν διαφορετικά σχολεία επιλέγουν διαφορετικά βιβλία, μπορεί να προκύψουν αποκλίσεις στο επίπεδο γνώσεων, στο βάθος της ύλης ή ακόμη και στη φιλοσοφία της διδασκαλίας.
Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ήδη χαρακτηρίζεται από γεωγραφικές, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, η εισαγωγή του «πολλαπλού βιβλίου» ενδέχεται να ενισχύσει αυτές τις διαφοροποιήσεις αντί να τις περιορίσει. Η διεθνής εμπειρία προσφέρει ενδεικτικά παραδείγματα: σε αγγλοσαξονικά συστήματα όπου η επιλογή βιβλίων είναι ελεύθερη, έχουν αναπτυχθεί διαφορετικές «κατηγορίες» εγχειριδίων, προσαρμοσμένες στο προφίλ των σχολείων.
Σχολεία σε πιο εύπορες περιοχές συχνά αξιοποιούν πιο απαιτητικό και πλούσιο υλικό, ενώ σχολεία σε κοινωνικά ευάλωτες περιοχές καταφεύγουν σε πιο απλοποιημένες εκδοχές — με αποτέλεσμα μια σιωπηρή αλλά ουσιαστική διαφοροποίηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Στην ελληνική περίπτωση, οι φόβοι αυτοί ενισχύονται από τη συμμετοχή εκδοτικών οργανισμών και, έμμεσα, της αγοράς στην παραγωγή του εκπαιδευτικού υλικού.
Η ένταξη πολλών και διαφορετικών τίτλων δημιουργεί ένα νέο πεδίο, όπου η εκπαιδευτική πολιτική συναντά την οικονομία της γνώσης. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια βιβλία θα επιλεγούν, αλλά και με ποια κριτήρια θα γίνει η επιλογή. Από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας, η μεταρρύθμιση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μακράς και απαιτητικής διαδικασίας αξιολόγησης και ως αναγκαίο βήμα για τη στήριξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών.
Τα παλιά βιβλία κρίνονται ξεπερασμένα και συχνά αποκομμένα από τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις. Το «πολλαπλό βιβλίο» έρχεται, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να καλύψει το κενό, παρέχοντας πιο σύγχρονα και ευέλικτα εργαλεία στους εκπαιδευτικούς. Πρακτικά, πάντως, το «πολλαπλό» βιβλίο μεταφράζεται σε ένα εγχειρίδιο ανά σχολείο ή τμήμα.
Το κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστικό εκσυγχρονισμό ή σε έναν νέο χάρτη ανισοτήτων θα φανεί από τον τρόπο εφαρμογής και τα κριτήρια επιλογής που θα οριστούν στην επόμενη υπουργική απόφαση.
